συζυγής

συζυγής
ης, ες
1) мат. , физ. сопряжённый; 2) аналогичный, подобный, сходный, соответственный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "συζυγής" в других словарях:

  • συζυγής — consort masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συζυγής — ές, ΝΑ αυτός που έχει ζευχθεί, που έχει ενωθεί με άλλον, συνδεδεμένος με άλλον νεοελλ. 1. μτφ. αυτός που βρίσκεται σε αναλογία, σε αντιστοιχία με άλλον, ανάλογος, παράλληλος 2. φυσ. χημ. χαρακτηρισμός διαδοχικών ομοιοπολικών χημικών δεσμών… …   Dictionary of Greek

  • συζυγῇς — συζεύγνυμι yoke together aor subj pass 2nd sg συζυγέω draw together in a yoke pres subj act 2nd sg συζυγή fem dat pl (epic) συζυγής consort masc dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συζυγῆ — συζυγής consort masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συζυγέα — συζυγής consort masc acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασυζυγής — ἀσυζυγής, ές και ἀσύζυγος, ον (Α) [συζυγής / σύζυγος] 1. αυτός που δεν συνδυάζεται με κάτι άλλο 2. ανεξάρτητος, ελεύθερος …   Dictionary of Greek

  • επισυζυγής — ἐπισυζυγής, ές (Α) [συζυγής] ο συνδεδεμένος με κάτι …   Dictionary of Greek

  • ροζανιλίνη — η, Ν χημ. κυκλική οργανική ένωση, βάση συζυγής προς τη φουξίνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. rosaniline < ros (< λατ. rosa «ρόδο») + aniline «ανιλίνη»] …   Dictionary of Greek

  • συν- — και με τις μορφές συ , συγ , συμ , συλ και συρ , ΝΜΑ α συνθετικό πολλών λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που ανάγεται στην πρόθεση σύν*. Η πρόθεση σύν εν συνθέσει, πριν από τα χειλικά σύμφωνα β, μ, π, φ, ψ, τρέπει το ν σε μ (πρβλ. συμ βάλλω …   Dictionary of Greek

  • όρθιος — α, ο (ΑΜ ὄρθιος, ία, ον Α αττ. τ. θηλ. και ὄρθιος) [ορθός] 1. τεταμένος προς τα πάνω, ορθός, στητός, ευθυτενής 2. (για λίθους στην οικοδομή) τοποθετημένος κατά μήκος στον τοίχο, ώστε να φαίνεται η στενή πλευρά του 3. (για ζώα) αυτός που στέκει… …   Dictionary of Greek

  • κβατέρνιο — Η έννοια αποτελεί μια επέκταση της έννοιας μιγαδικός αριθμός και έχει καθιερωθεί στα μαθηματικά από τον Χάμιλτον. Ο όρος κ. προέρχεται από τον αγγλικό quaternion, ο οποίος στα ελληνικά θα μπορούσε να αποδοθεί με τον όρο τετράδα. Αν θεωρήσουμε την …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»